κανάτα


κανάτα
[каната] ουσ. 9. глиняный кувшин

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κανάτα" в других словарях:

  • κανάτα — η (Μ κανάτα) πήλινο, γυάλινο, ξύλινο ή από μέταλλο ή πορσελάνη δοχείο για νερό ή κρασί, με μία συν., ή και δύο λαβές. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. < μσν. λατ. cannata < λατ. canna «καλάμι» < αρχ. ελλ. κάννα «καλάμι»] …   Dictionary of Greek

  • κανάτα — η (λ. λατ.), μεγεθυντικό του κανάτι μεγάλο κανάτι πλατύστομο που χρησιμοποιείται ως δοχείο νερού, κρασιού κ.ά.: Κέρναγε κρασί με την κανάτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κάλπις — κάλπις, ιδος, ἡ (Α) 1. δοχείο για την εναπόθεση νερού ή άλλου υγρού, υδρία, σταμνί 2. δοχείο από το οποίο τραβούσαν τους λαχνούς ή στο οποίο συνέλεγαν τις ψήφους 3. κάλπη* 4. είδος ποτηριού 5. μυροδόχο αγγείο 6. Παναθηναϊκό αγγείο. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • Kalimeri — Lizeta Kalimeri (griechisch Λιζέτα Καλημέρη, eigentlich Lizeta Kanata; * 9. Mai 1969 in Thessaloniki) ist eine griechische Sängerin. Sie ist die jüngere Schwester von Melina Kana. An der Aristoteles Universität Thessaloniki (Αριστοτέλειο… …   Deutsch Wikipedia

  • Melina Kana — (griechisch Μελίνα Κανά, eigentlich Μελίνα Κανατά Melina Kanata, * 29. Mai 1966 in Thessaloniki) ist eine griechische Sängerin. Sie ist die ältere Schwester von Lizeta Kalimeri. Ein Philologiestudium an der Aristoteles Universität… …   Deutsch Wikipedia

  • ακρατοκώθων — ἀκρατοκώθων ( ωνος), ο (Α) αυτός που πίνει πολύ άκρατο, ανέρωτο κρασί με την κανάτα, ο «κρασοπατέρας». [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκρατος + κώθων «είδος ποτηριού»] …   Dictionary of Greek

  • ακρατοφόρος — Προσωνυμία του Διονύσου, που τον λάτρευαν στη Φιγαλία με αυτό το επώνυμο. Α. λεγόταν επίσης ένα μεγάλο σφαιρικό πήλινο αγγείο, που περιείχε τον άκρατο οίνο. Το αγγείο αυτό ονομαζόταν και ψυκτήρ και το χρησιμοποιούσαν κυρίως στα συμπόσια. * * *… …   Dictionary of Greek

  • βίκος — Μονοετής ή διετής χνουδωτή πόα της οικογένειας των ψυχανθών, με βλαστό έρποντα ή αναρριχώμενο που φτάνει σε μήκος το 1 μ. Έχει φύλλα σύνθετα, από 5 έως 7 ζεύγη, και ελλειψοειδή ή προμήκη φυλλάρια· μετά το τελευταίο ζεύγος φυλλαρίων καταλήγουν σε… …   Dictionary of Greek

  • εκφορά — Η δεύτερη φάση της κηδείας στους αρχαίους. Η πρώτη λεγόταν πρόθεσις (σαβάνωμα) και η τρίτη ταφή. Η ε. έπρεπε να γίνει το βράδυ της ημέρας του θανάτου ή την επομένη το πρωί, πριν όμως ανατείλει ο ήλιος, για να μη μολυνθούν οι ακτίνες του. Μπροστά… …   Dictionary of Greek

  • εμπότης — ἐμπότης, ο (Μ) δοχείο με το οποίο έπιναν κρασί ή νερό, στενόλαιμη κανάτα, μπότης («ἀπεστάλησαν ἐγκόλπιον χρυσοῡν και ἐμπότης κρύος», Άνν. Κομν.) …   Dictionary of Greek